ἐνδείκνυμαι


ἐνδείκνυμαι
ἐν|δείκνυμαι показывать себя, выказывать усердие, угодничать

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἐνδείκνυμαι" в других словарях:

  • ἐνδείκνυμαι — ἐνδείκνυμι mark pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ενδεικνύω — (AM ἐνδεικνύω και ἐνδείκνυμι) Ι. δείχνω, δηλώνω, φανερώνω αρχ. 1. δείχνω, υποδεικνύω σε κάποιον να πράξει κάτι («τοιαᾱτα ἐκάστοις ἐνδεικνῡσα τὰ ἔργα») 2. υποβάλλω μήνυση, καταγγέλλω («ένδείκνυμι ταῑς ἀρχαῑς») ΙΙ. (γ εν. πρόσ. ενεστ. μέσης φωνής)… …   Dictionary of Greek

  • παρενδείκνυμαι — Α [ενδείκνυμαι] 1. (για ηθοποιούς) εμφανίζομαι, παρουσιάζομαι στην πάροδο, δηλ. στην πλάγια είσοδο τής σκηνής 2. επιδεικνύω, δείχνω («παρενδείκνυσθαι πολυπραγμοσύνην») 3. αναπτύσσω, εκθέτω …   Dictionary of Greek

  • προενδείκνυμαι — Α προσπαθώ από πριν να γίνω συμπαθής σε κάποιον. [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + ἐνδείκνυμαι «προσπαθώ να αποκτήσω την εύνοια»] …   Dictionary of Greek

  • προσενδείκνυμαι — Α [ἐνδείκνυμαι] υποδεικνύω, περιγράφω επιπροσθέτως …   Dictionary of Greek